Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

  • Για την στοιχειοθέτηση της έννοιας του πειθαρχικού παραπτώματος απαιτείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικά μεν η παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του υπαλλήλου, υποκειμενικά δε η ύπαρξη υπαιτιότητας και η ικανότητα προς καταλογισμό. Δεν συντρέχει υπαιτιότητα του υπαλλήλου, αν αυτός, κατά το χρόνο τέλεσης των ενεργειών ή παραλείψεων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση κάποιου πειθαρχικού παραπτώματος, στερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό, πράγμα και το οποίο συμβαίνει και όταν ο υπάλληλος, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, έπασχε από ψυχική νόσο, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί τον παραβατικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του. 


  • Επί πειθαρχικών αδικημάτων που τελούνται με περισσότερες από μία πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες αποτελούν εκδήλωση και συνέχεια (εξακολούθηση) του ίδιου πειθαρχικού παραπτώματος, σε περίπτωση μεταβολής του πειθαρχικού νόμου κατά την διάρκεια τελέσεώς τους, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξεως.


  • H αποχή της προσφεύγουσας από την άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων δεν δύναται να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι υπέβαλε αιτήσεις ανανέωσης της απόσπασής της. Όφειλε η ίδια η προσφεύγουσα εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή των αιτήσεων ανανεώσεως της απόσπασής της, να ζητήσει να πληροφορηθεί εγγράφως για την τύχη των αιτήσεών της και να τεθεί στη διάθεση της υπηρεσίας. Εφόσον ο Υπαλληλικός Κώδικας προβλέπει αυτοδίκαιη λήξη της αποσπάσεως με την παρέλευση του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και υποχρέωση του υπαλλήλου για επάνοδο στη θέση χωρίς άλλη διατύπωση, δεν παρίσταται δικαιολογημένη και δεν δύναται να τύχει εννόμου προστασίας ενδεχόμενη εμπιστοσύνη του σε προηγούμενη διοικητική πρακτική. 


  • Οι πρέσβεις αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων λόγω της φύσης των καθηκόντων που επιτελούν και της υψηλής θέσης που καταλαμβάνουν στην ιεραρχία του διπλωματικού σώματος, αλλά και της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των υπαλλήλων αυτών και της πολιτικής ηγεσίας, δεδομένου ότι καλούνται να συνεργαστούν απευθείας με τον Υπουργό Εξωτερικών στο πλαίσιο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ως εκ τούτου δε, αυτός είναι ο πλέον αρμόδιος να τους επιλέγει στο βαθμό του πρέσβη ως γνώστης του έργου, της σταδιοδρομίας και των εν γένει προσόντων τους.


  • Το άρθρο 91 παρ. 4 του Συντάγματος αποκλείει ρητώς την άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά των αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων των δικαστικών λειτουργών, ο αποκλεισμός δε αυτός δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, προεχόντως διότι η άσκηση της δικαστικής λειτουργίας αποτελεί μία από τις βασικές εκδηλώσεις της κρατικής κυριαρχίας και η ιδιότητα του δικαστή συνδέεται, από τη φύση της, ευθέως με την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας, γεγονός που καθιστούσε επιβεβλημένη, κατά την κρίση του συνταγματικού νομοθέτη, την ανάθεση της σχετικής πειθαρχικής εξουσίας σε ειδικώς κατεστημένα όργανα και τον αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου των πράξεών τους


  • Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013 (Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή), καθορισμός λεπτομερειών για τη λειτουργία της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων αυτής και ρύθμιση ζητημάτων καταβολής και αναστολής καταβολής του οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής.


  • Κατά των υπαλλήλων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορούν να ασκήσουν πειθαρχική δίωξη, ως πειθαρχικώς προϊστάμενοι, ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, από τον διορισμό του, ο προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης και ο προϊστάμενος Διεύθυνσης, για τους υπαλλήλους που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους.


  • Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΚΑΒ είναι πειθαρχικός προϊστάμενος των ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, οι οποίοι υπηρετούν στο ΕΚΑΒ, αρμόδιος να καλέσει αυτούς σε απολογία και να επιβάλλει τις ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου μέχρι το ήμισυ των αποδοχών ενός μηνός. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΚΑΒ, ως συλλογικό πειθαρχικό όργανο με αρμοδιότητα πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου, είναι αρμόδιο για τους ιατρούς ΕΣΥ, οι οποίοι υπηρετούν στο ΕΚΑΒ, και δύναται να επιβάλλει τις ποινές που προβλέπονται υπό τα στοιχεία α’ έως και γ’ στην παρ. 1 του άρθρου 39 του ν.2519/1997 και σε δεύτερο βαθμό να κρίνει τις ενστάσεις κατά πειθαρχικών αποφάσεων του Προέδρου του Δ.Σ. του ΕΚΑΒ. Το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ΕΣΥ, είναι αρμόδιο να κρίνει σε πρώτο βαθμό τα πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία μπορούν να επισύρουν μέχρι και την ποινή της αφαίρεσης της άδειας άσκησης επαγγέλματος και σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, οι οποίες επιβάλλουν από την ποινή προστίμου ισόποσου με τις αποδοχές τεσσάρων μηνών έως και την ποινή της διακοπής του δικαιώματος για την υποβολή υποψηφιότητας κατάληψης θέσης ανώτερου βαθμού (Πηγή: ΝΣΚ).


  • Η έννοια της παραπομπής στις περί ελαφρυντικών περιστάσεων διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, είναι ότι ο πειθαρχικός δικαστής ερευνά απλώς, αν συντρέχουν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ελαφρυντικές περιστάσεις, εκτιμώντας και άλλα στοιχεία, όπως τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και τις συνθήκες τέλεσής του, δυνάμενος να δεχθεί ή όχι τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων.


  • Ο πειθαρχικός δικαστής δεσμεύεται από την αθωωτική ποινική απόφαση ανεξαρτήτως αν τούτο εξέφερε κρίση μετά ή άνευ αμφιβολιών. Η δέσμευση αυτή του πειθαρχικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση συντρέχει με την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία διώχθηκε ποινικώς ο υπάλληλος αλλά αθωώθηκε, ταυτίζονται πλήρως με αυτά για τα οποία του ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη.


  • Η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών που προβλέπεται από το άρθρο 114 παρ.6 εδ.4 του Ν.3528/2007 είναι δεσμευτική και επομένως οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι οφείλουν εντός αυτής να αποφανθούν αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης εις βάρος υπαλλήλου τους δια την συμπεριφορά τους, η οποία διώκεται ποινικώς.


  • Συμμόρφωση της Διοικήσεως προς ακυρωτική δικαστική απόφαση – Παράλειψη τοποθέτησης υπαλλήλου σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος – Αναδρομική καταβολή του επιδόματος θέσης ευθύνης – Έναρξη της παραγραφής της σχετικής απαίτησης – Αναδρομική αναζήτηση ληφθεισών αποδοχών από υπάλληλο του οποίου η πράξη τοποθέτησης ακυρώθηκε.


  • 1
  • 2