Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

ΕΔΔΑ: Φρεζάδου κατά Ελλάδος (αριθμ. προσφυγής 2683/2012)


ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ

ΦΡΕΖΑΔΟΥ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ

(Προσφυγή υπ’ αριθ. 2683/12)

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

8 Νοεμβρίου 2018


Στην υπόθεση Φρεζάδου κατά Ελλάδος,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), αφού συνεδρίασε σε Σώμα αποτελούμενο από τους:

Ksenija Turkovič, Πρόεδρο,

Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο,

Aleš Peichal,

Amen Harutyunyan,

Pauline Koskelo,

Tim Eicke,

Gilberto Felici, Δικαστές,

και τον Abel Campos, Γραμματέα του Τμήματος,

Αφού συσκέφθηκε κεκλεισμένων των θυρών στις 16 Οκτωβρίου 2018,

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε την τελευταία ως άνω ημερομηνία:


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Η υπόθεση αποτελεί απόρροια της προσφυγής υπ’ αριθ. 2683/12 κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση») από την κα Ελένη Φρεζάδου («η προσφεύγουσα»), ελληνίδα υπήκοο, στις 22 Δεκεμβρίου 2011.

2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Αθηνών Ν. Κονδύλη. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον αντιπρόσωπο του Πληρεξουσίου της, κ. Κ. Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

3. Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματός της για πρόσβαση σε δικαστήριο λόγω της αποτυχίας των εθνικών δικαστηρίων να εξετάσουν την αίτηση ακύρωσής της εγκαίρως, η οποία οδήγησε σε κατάργηση της δίκης λόγω λήξης της ισχύος της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης.


43. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο – δηλ. το δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο σε υποθέσεις αστικής φύσεως – αποτελεί στοιχείο εγγενές στο δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης, το οποίο θεσπίζει εγγυήσεις που αφορούν τόσο την οργάνωση και σύνθεση του δικαστηρίου όσο και τη διεξαγωγή της δίκης. Ο συνδυασμός όλων αυτών των εγγυήσεων συνθέτει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης (βλ. Golder κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21 Φεβρουαρίου 1975, παρ. 6, Series A no. 18). Ωστόσο, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο. Είναι δυνατόν να επιβάλλονται περιορισμοί, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιορίζουν το δικαίωμα πρόσβασης με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε να θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος. Επιπλέον, ο επιβαλλόμενος περιορισμός είναι συμβατός με το άρθρο 6 παρ. 1 εφόσον επιδιώκει νόμιμο σκοπό και υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα και στον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ. Baka κατά Ουγγαρίας [GC], αριθ. προσφυγής 20261/12, παρ. 120, 23 Ιουνίου 2016, και Lupeni Greek Catholic Parish κ.λπ. κατά Ρουμανίας [GC], αριθ. προσφυγής 76943/11, παρ. 89, 29 Νοεμβρίου 2016).
44. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι οι σημαντικές και επανειλημμένες καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης αποτελούν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο που μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος. Συνεπώς, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να αποκλειστεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η διατήρηση εκκρεμοδικίας για υπερβολικό χρόνο ενδέχεται να προσβάλλει ακόμα και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Ειδικότερα, η αδικαιολόγητη μη έκδοση απόφασης από δικαστήριο που έχει επιληφθεί μίας υπόθεσης για ιδιαίτερα παρατεταμένο χρονικό διάστημα μπορεί εκ των πραγμάτων να εξομοιώνεται με αρνησιδικία. Το ένδικο βοήθημα που άσκησε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να στερηθεί κάθε αποτελεσματικότητα όταν το δικαστήριο δεν κατορθώνει να επιλύσει εγκαίρως τη διαφορά, όπως το απαιτούν οι περιστάσεις και το αντικείμενο της υπόθεσης (βλ. Βασίλειος Αθανασίου κ.λπ. κατά Ελλάδος, αριθ. προσφυγής 50973/08, παρ. 52, 21 Δεκεμβρίου 2010).
45. Όσον αφορά τις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η προσφεύγουσα κατέθεσε εγκαίρως την αίτηση ακύρωσής της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 13 Νοεμβρίου 2009. Λόγω της φύσεως της προσβαλλόμενης πράξης, έπρεπε η εξέταση της εγκυρότητάς της να είναι ταχεία καθώς η διάρκειά της ήταν διετής και επέκειτο σύντομα η λήξη της, γεγονός που επισήμανε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσφεύγουσας στα δύο υπομνήματα που υπέβαλε στις 16 Ιουλίου 2009 και 28 Μαΐου 2010. Όμως, δόθηκαν αναβολές της συζήτησης στις 13 Νοεμβρίου 2009, 5 Μαρτίου, 4 Ιουνίου, 17 Σεπτεμβρίου και 8 Οκτωβρίου 2010, και τελικά η υπόθεση συζητήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2010. Με εξαίρεση την πρώτη αναβολή, σχετικά με την οποία δεν δόθηκαν πληροφορίες στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι ο μόνος λόγος των αναβολών αυτών ήταν η καθυστέρηση της Διοίκησης να προσκομίσει τις απόψεις της επί των πρόσθετων λόγων ακύρωσης που κατέθεσε η προσφεύγουσα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Το Δικαστήριο σημειώνει το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι η προσφεύγουσα συνέβαλε σημαντικά στις καθυστερήσεις με την κατάθεση πρόσθετων λόγων ακύρωσης. Όμως, υπενθυμίζει ότι έχει παγίως κρίνει ότι δεν μπορεί να προσάπτεται στους προσφεύγοντες ότι έκαναν πλήρη χρήση των ένδικων βοηθημάτων που τους παρέχονται από το εθνικό δίκαιο (βλ. Golha κατά Τσεχίας, αριθ. προσφυγής 7051/06, παρ. 59, 26 Μαΐου 2011). Αντιθέτως, εναπόκειται στα Συμβαλλόμενα Κράτη να οργανώσουν το δικαστικό τους σύστημα με τέτοιο τρόπο ώστε τα δικαστήριά τους να μπορούν να εγγυώνται σε καθέναν το δικαίωμα να πετυχαίνει μια οριστική απόφαση σχετικά με τις αμφισβητήσεις των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως εντός εύλογου χρόνου (βλ. Comingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας [GC], αριθ. προσφυγής 35382/97, παρ. 24, ECHR 2000-IV, και την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Βασίλειος Αθανασίου κ.λπ. κατά Ελλάδος, παρ. 26).
46. Το Δικαστήριο επίσης παρατηρεί ότι ακόμα και στη δικάσιμο της 10ης Δεκεμβρίου 2010 η αίτηση ακύρωσης της προσφεύγουσας δεν συζητήθηκε επί της ουσίας καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, το εθνικό δικαστήριο κήρυξε τη δίκη καταργημένη διότι έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης αφού είχε λήξει η ισχύς της προσβαλλόμενης πράξης. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών σχετικά με την προαναφερθείσα διάταξη. Όμως, επαναλαμβάνει ότι κανονικά δεν είναι αρμόδιο να ελέγχει το συναφές νομικό πλαίσιο και την πρακτική των εθνικών δικαστηρίων in abstracto, αλλά να κρίνει αν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκαν στην περίπτωση του προσφεύγοντος ή τον επηρέασαν συνιστά παραβίαση της Σύμβασης (βλ., μεταξύ άλλων, Roman Zakharov κατά Ρωσίας [GC], αριθ. προσφυγής 47143/06, παρ. 164, ECHR 2015, και N.C. κατά Ιταλίας [GC], αριθ. προσφυγής 24952/94, παρ. 56, ECHR 2002-X).
47. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, όταν η εσωτερική έννομη τάξη παρέχει μια προσφυγή, όπως η αίτηση ακύρωσης, το Κράτος υποχρεούται να μεριμνά ώστε ο πολίτης που την ασκεί να απολαύει των θεμελιωδών εγγυήσεων του άρθρου 6 της Σύμβασης (βλ., mutatis mutandis, Αναγνωστόπουλος κατά Ελλάδος, αριθ. προσφυγής 54589/00, παρ. 32, 3 Απριλίου 2003, και Lacerda Gouveia κ.λπ. κατά Πορτογαλίας, αριθ. προσφυγής 11868/07, παρ. 73, 1 Μαρτίου 2011). Στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα είχε τη θεμιτή προσδοκία ότι τα δικαστήρια θα αποφαίνονταν, θετικά ή αρνητικά, επί της αίτησης ακύρωσής της. Όμως, με τη χορήγηση επανειλημμένων αναβολών, παρά την επικείμενη λήξη της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, και στη συνέχεια με την εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών απέφυγε την υποχρέωσή του να απαντήσει στο ερώτημα σχετικά με τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, δηλ. να επιτελέσει τη βασικότερη διάσταση του δικαιοδοτικού του έργου (βλ. Ν.Θ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ & ΑΦΟΙ Ν. ΚΛΙΑΦΑ Α.Ε. κατά Ελλάδος, αριθ. προσφυγής 2898/03, παρ. 28, 14 Δεκεμβρίου 2006).
48. Οι παραπάνω σκέψεις αρκούν ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι, λόγω της καθυστέρησης των εθνικών αρχών να εξετάσουν την υπόθεση, η οποία οδήγησε σε κατάργηση της δίκης βάσει της προαναφερθείσας διάταξης και, ως εκ τούτου, στην αδυναμία της προσφεύγουσας να εξασφαλίσει μια απόφαση επί της αίτησης ακύρωσής της, το ένδικο βοήθημα που άσκησε η προσφεύγουσα στερήθηκε κάθε αποτελεσματικότητα, καθώς το δικαστήριο δεν κατόρθωσε να επιλύσει εγκαίρως τη διαφορά, όπως το απαιτούσαν οι περιστάσεις και το διακύβευμα της υπόθεσης (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Βασίλειος Αθανασίου κ.λπ. κατά Ελλάδος, παρ. 52). Συνεπώς, η προσφεύγουσα στερήθηκε το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (βλ.,mutatis mutandis, την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Αναγνωστόπουλος κατά Ελλάδος, παρ. 32, Ρόκας κατά Ελλάδος, αριθ. προσφυγής 55081/09, παρ. 23, 22 Σεπτεμβρίου 2015, Κορκολής κατά Ελλάδος, αριθ. προσφυγής 63300/09, παρ. 22, 15 Ιανουαρίου 2015).
49. Το Δικαστήριο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι, ενώ η προσφεύγουσα αξιοποίησε όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή της προκειμένου να επισπεύσει τη διαδικασία, υπέστη τις συνέπειες της ολιγωρίας των εθνικών αρχών, οι οποίες δεν εξέτασαν την υπόθεσή της. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, μετά την κατάθεση της κρινόμενης προσφυγής, η εθνική νομοθεσία τροποποιήθηκε ώστε να μπορούν τα εθνικά δικαστήρια να επισπεύσουν τη διαδικασία χωρίς να χρειάζεται να περιμένουν τη Διοίκηση να καταθέσει τις απόψεις της όταν αυτή είναι εκπρόθεσμη (βλ. παραπάνω παρ. 14). Όμως, κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υφίστατο τέτοια διάταξη.
50. Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης.


[....]


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ,
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ
REPUBLIQUE HELLENIQUE, MINISTERE DES AFFAIRES ΕTRANGERES,
SERVICE DES TRADUCTIONS
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS,
TRANSLATION SERVICE