Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

ΣτΕ 1417/2018 - Πειθαρχικά αδικήματα δημοσίων υπαλλήλων και ικανότητα προς καταλογισμό

Αριθμός 1417/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2017, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Γ. Τσιμέκας, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Ε. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.

[...]


5. Επειδή, στα άρθρα 27 παρ. 1, 106 παρ. 1 και 2, 108 παρ. 1 και 2, καθώς και 109 παρ. 1 περ. στ΄ και παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 3528/2007, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης του αποδιδόμενου στην προσφεύγουσα πειθαρχικού παραπτώματος (ΣτΕ 136/2016, 3430/2015), πριν, δηλαδή από την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α΄ 54/14.3.2012) ορίζονται τα εξής: 'Αρθρο 27 παρ. 1: “Ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός της υπηρεσίας κατά τρόπο ώστε να καθίσταται άξιος της κοινής εμπιστοσύνης”. Άρθρο 106: “1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στον υπάλληλο. 2. Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, οι εντολές και οδηγίες όσο και από τη συμπεριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος και εκτός της υπηρεσίας ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής. 3. […].”. Άρθρο 108: “1. Κανόνες και αρχές του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται ανάλογα και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος και συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας. 2. Εφαρμόζονται ιδίως οι κανόνες και αρχές που αφορούν: α) τους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και της ικανότητας προς καταλογισμό, β) τις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, γ) την έμπρακτη μετάνοια, δ) …, ζ) την επιείκεια υπέρ του πειθαρχικώς διωκομένου, η)...”. Άρθρο 109: “1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) [...] στ) η οριστική παύση. 2. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α) [...] δ) χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός ή εκτός υπηρεσίας […]”. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός ή εκτός υπηρεσίας στοιχειοθετεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο επισύρει την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης (ΣτΕ 1189/2012). Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση της έννοιας του πειθαρχικού παραπτώματος απαιτείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικά μεν η παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του υπαλλήλου, υποκειμενικά δε η ύπαρξη υπαιτιότητας και η ικανότητα προς καταλογισμό (ΣτΕ 1317/2008, 1189/2012, 294/2015). Περαιτέρω, δεν συντρέχει υπαιτιότητα του υπαλλήλου, αν αυτός, κατά το χρόνο τέλεσης των ενεργειών ή παραλείψεων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση κάποιου πειθαρχικού παραπτώματος, στερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό, πράγμα και το οποίο συμβαίνει και όταν ο υπάλληλος, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, έπασχε από ψυχική νόσο, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί τον παραβατικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του. Στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται, κατ’ άρθρο 106 παρ. 1 του Υ.Κ., η πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου, η τυχόν δε αρξαμένη παύει και κινείται η διαδικασία των άρθρων 100, 165 και 167 του ίδιου Κώδικα περί έρευνας της συνδρομής των προϋποθέσεων απόλυσης του υπαλλήλου λόγω πνευματικής ανικανότητας (ΣτΕ 997/2005, 196/2008, 1189/2012, 294/2015).

[...]


7. ... Περαιτέρω, απορριπτέος ως αλυσιτελής παρίσταται και ο λόγος της προσφυγής, με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 108 παρ. 1 και 2 του Υπαλληλικού Κώδικα, ως ελαφρυντικές περιστάσεις την κατάσταση της ψυχικής υγείας της προσφεύγουσας, τη γενική και προηγούμενη καλή υπηρεσιακή εικόνα της, την έμπρακτη μετάνοιά της καθώς και το μη βεβαρημένο μητρώο της (ΣτΕ 153, 1316/2016, 2693/2012, 2043/2011 κ.ά.). Τούτο δε, διότι η επίκληση και μόνον ελαφρυντικών περιστάσεων από το διωκόμενο υπάλληλο δεν καθιστά υποχρεωτική την αποδοχή τους από το πειθαρχικό όργανο και δεν οδηγεί άνευ άλλου σε μείωση της επιβληθείσας ποινής (ΣτΕ 136/2016, 2164, 2878/2014 κ.ά.).

8. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή η προσφεύγουσα προβάλλει, ότι το αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο μη νομίμως δεν εξέτασε κατά τη διάγνωση της πειθαρχικής ευθύνης ή, τουλάχιστον, κατά την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματός της, το οποίο, άλλωστε, ήδη είχε θεμελιώσει, σύμφωνα με το νόμο, από τις 29.8.2008, λόγω δε της επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης θα στερηθεί τη λήψη της συνταξιοδοτικής παροχής μέχρι την συμπλήρωση του εξηκοστού εβδόμου έτους της ηλικίας της. Ο λόγος, όμως, αυτός της προσφυγής είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, τούτο δε, διότι αφενός η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος από δημόσιο υπάλληλο σχετίζεται αποκλειστικά με την υπηρεσιακή του κατάσταση και δεν τελεί σε συνάφεια με το δικαίωμά του σε λήψη συνταξιοδοτικής παροχής ως ασφαλισμένου, αφετέρου η κρίση ως προς την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, στην οποία περιλαμβάνονται οι περιπτώσεις όχι μόνο ως προς την ύπαρξη και την έκταση του δικαιώματος, αλλά και ως προς το χρόνο έναρξης των οικονομικών αποτελεσμάτων του, ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 98 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ευθεία δε ή παρεμπίπτουσα κρίση άλλων δικαστηρίων αποκλείεται (ΣτΕ Ολομ. 303/1998, Ολομ. 2066/1999, 1827/2010, Ελ.Σ. Ολομ. 2248/2016).

9. Επειδή, περαιτέρω, με την κρινόμενη προσφυγή η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., αν και καταδικαστική, ισοδυναμεί με τελεσίδικη αθωωτική απόφαση, ύστερα από ... Πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σερρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 της παρ. 4 εδ. α΄ και β΄ του ν.4198/2013. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι αντίθετη ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης θα προσέκρουε στο τεκμήριο αθωότητάς της, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), υπό την έννοια ότι αυτή θα στερείτο του δικαιώματός της να προσφύγει στο δεύτερο βαθμό της δικαιοσύνης, να αποδείξει την αθωότητά της και να επιτύχει εν τέλει την έκδοση αθωωτικής απόφασης. Επομένως, εσφαλμένα δεν αποδέχθηκε το αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ότι η προσφεύγουσα δεν τέλεσε τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση και της συκοφαντικής δυσφήμισης.

10. Επειδή, στο άρθρο 8 παρ. 4 εδαφ. α΄ και β΄ του ν. 4198/2013 (Α΄ 215) ορίζεται ότι: «[…] 4α. Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές […]». Η διάταξη αυτή, με την οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική αιτιολογική έκθεση, επιδιώκεται η αποσυμφόρηση των ποινικών δικαστηρίων από μεγάλο αριθμό δικογραφιών που ουσιαστικά αφορούν αδικήματα με μικρή κοινωνική απαξία και επιταχύνεται η ποινική διαδικασία, αφενός προέβλεψε ότι συγκεκριμένες υποθέσεις, που πληρούν τους όρους του νόμου, τίθενται στο αρχείο με εισαγγελική διάταξη, αφετέρου αφορά τη μη έκτιση της ποινής, την μη ανατροπή της ποινικής καταδίκης, την ανεπηρέαστη κρίση περί τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος από τον πειθαρχικό δικαστή, χωρίς να ισοδυναμεί με αμετάκλητη αθωωτική απόφαση (ΣτΕ 2236/2015, 2874/2012, Α.Π. 856/2016). Επομένως, ο σχετικός λόγος της προσφυγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

11. ... η προσφεύγουσα προσκόμισε την από 23.9.2011 ιατρική γνωμάτευση της ιδιώτη ψυχιάτρου ..., στην οποία βεβαιώνεται ότι αυτή έπασχε από αγχώδη-καταθλιπτική συνδρομή και βρισκόταν υπό φαρμακευτική αγωγή. Ο λόγος, όμως, αυτός της προσφυγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αφενός από τη δεύτερη ιατρική γνωμάτευση δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα, κατά τον χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος, έπασχε από αγχώδη-καταθλιπτική συνδρομή (ΣτΕ 1216, 3230, 4009/2015, 1189/2012, 1317/2008, 2780/2006), αφετέρου από την πρώτη ιατρική γνωμάτευση δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα παρουσίαζε νοσηρή ψυχική ή διανοητική διαταραχή ή άλλη διαταραχή της συνείδησής της τέτοιας έντασης, όπως η νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική, η οποία την εμπόδιζε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών της κατά τον χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος (ΣτΕ 136/2016, 1739/2014, 1527/2013, 361/2010, 2138/2008). Εξάλλου, τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα που επικαλείται η προσφεύγουσα με την υπό κρίση προσφυγή (διαζευγμένη και μητέρα τριών τέκνων), δεν είναι δυνατό, κατά νόμο, να άρουν ή να μειώσουν την ικανότητά της προς καταλογισμό.

12. Επειδή, το Δικαστήριο, ύστερα από συνεκτίμηση όλων των στοιχείων του φακέλου, κρίνει ότι η προσφεύγουσα επέδειξε συμπεριφορά, η οποία δεν συνάδει με την ιδιότητά της ως δημοσίου υπαλλήλου, εφόσον εκμεταλλεύθηκε τη θέση, την οποία κατείχε, ως νοσοκόμα στο Κέντρο Υγείας ... για να συντάξει την επίμαχη ιατρική γνωμάτευση σε ιατρικό έγγραφο της Υπηρεσίας και έθεσε επ’ αυτού την επαγγελματική σφραγίδα και την υπογραφή της εφημερεύουσας ιατρού και, ακολούθως, έκανε χρήση του, αφού το προσκόμισε σε άλλη δημόσια υπηρεσία. Με τον τρόπο αυτό εξέθεσε την Υπηρεσία στην οποία εργαζόταν και προκάλεσε σοβαρή βλάβη στο κύρος ενός δημόσιου φορέα υγείας (ΣτΕ 4009/2015). Εξάλλου, δεν συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις που επικαλείται η προσφεύγουσα ως προς την κατάσταση της ψυχικής της υγείας, την προηγούμενη καλή υπηρεσιακή της εικόνα, το μη βεβαρημένο μητρώο της και την έμπρακτη μετάνοιά της, διότι αφενός με την ... απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Υγείας και των Εποπτευόμενων Ν.Π.Δ.Δ. κρίθηκε ότι η προσφεύγουσα υπέπεσε στο πειθαρχικό αδίκημα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός υπηρεσίας και της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή του προστίμου ίσου με τις αποδοχές ενός μηνός, αφού το Πειθαρχικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του την ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με αναστολή για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρο 222 Π.Κ.), αφετέρου δεν αποδεικνύεται ότι προέβη σε ενέργειες που να εκδηλώνουν την έμπρακτη μετάνοιά της. Περαιτέρω, ο λόγος της προσφυγής, με τον οποίο η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το πειθαρχικό συμβούλιο όφειλε, εξαιτίας των ανωτέρω ψυχολογικών προβλημάτων υγείας της, να διατάξει την εξέτασή της από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, ώστε να κινηθεί η διαδικασία των άρθρων 100, 165 και 167 του Υπαλληλικού Κώδικα περί έρευνας της συνδρομής των προϋποθέσεων απόλυσής της, λόγω πνευματικής ανικανότητας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται το πρώτον με το κατατεθέν στις 18.5.2017, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, υπόμνημα (ΣτΕ 136/2016). Με τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας που της αποδόθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, για τον κολασμό της οποίας προσήκουσα είναι η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Αποβάλλει από τη δίκη τον Υπουργό Υγείας, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Απορρίπτει την προσφυγή.