Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

ΣτΕ 1486/2018 - Κατ' εξακολούθηση τελούμενα πειθαρχικά αδικήματα και μεταβολή διατάξεων του πειθαρχικού δικαίου

Αριθμός 1486/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2017, με την εξής σύνθεση: Α. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Σ. Καρύδα, Ε. Αργυρός, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.

[...]
3. Επειδή, στα άρθρα 106, 107 και 109 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), όπως οι εν λόγω διατάξεις έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α΄ 54/14.3.2012) ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 106 Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου που μπορεί να του καταλογισθεί. Άρθρο 107 1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι: α) ... β) ... γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, δ)... ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας στ)... Άρθρο 109 1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών, γ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, δ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, ε) η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου για τη θητεία ή το υπόλοιπό της, στ) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς, ζ) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως δώδεκα (12) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και η) η οριστική παύση. 2. Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. 3. ... 5α. Για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α΄ γ΄ δ΄ θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού ...».

[...]
5. Επειδή, επί πειθαρχικών αδικημάτων που τελούνται με περισσότερες από μία πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες αποτελούν εκδήλωση και συνέχεια (εξακολούθηση) του ίδιου πειθαρχικού παραπτώματος, σε περίπτωση μεταβολής του πειθαρχικού νόμου κατά την διάρκεια τελέσεώς τους, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξεως (ΣτΕ 1306/2017). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, το αποδοθέν στον προσφεύγοντα πειθαρχικό παράπτωμα, της παράνομης παρακράτησης των εισπράξεων από την πώληση δενδρυλλίων του Φυτωρίου ., φέρεται ότι άρχισε να διαπράττεται το Φεβρουάριο του έτους 2012 και έπαυσε να τελείται τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Επομένως, η πειθαρχική ευθύνη του προσφεύγοντος, εν όψει του χρόνου παύσεως τελέσεως του αποδοθέντος σε αυτόν αδικήματος, διέπεται από το πειθαρχικό καθεστώς που είχε διαμορφωθεί μετά το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, που άρχισε να ισχύει από τις 14.3.2012 (σύμφωνα με το άρθρο δέκατο του νόμου αυτού)

6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την εκδίκαση της υπαλληλικής προσφυγής, το Συμβούλιο της Επικρατείας ερευνά την πειθαρχική υπόθεση κατά το νόμο και την ουσία και προβαίνει σε ιδία διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Το Δικαστήριο κρίνει, ύστερα από νέα στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, αν στοιχειοθετείται πειθαρχικό παράπτωμα και σε καταφατική περίπτωση αποφαίνεται για την προσήκουσα πειθαρχική ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το παράπτωμα και λαμβάνοντας υπόψη την τυχόν έμπρακτη μεταμέλεια και την εν γένει υπηρεσιακή εικόνα του υπαλλήλου καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του. Συνεπώς, οι λόγοι της προσφυγής με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση είναι ακυρωτέα, διότι, το πειθαρχικό συμβούλιο δεν συνεκτίμησε τις ιδιαίτερες συνθήκες τελέσεως του παραπτώματος, την εν γένει προσωπικότητα του προσφεύγοντος και την υπηρεσιακή του εικόνα, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι (ΣτΕ 3007/2017,
2612/2015 7μ).

6. Επειδή, το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, κρίνει ότι ο προσφεύγων υπέπεσε στο ως άνω αποδιδόμενο σ΄ αυτόν πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο κατ΄ ορθό νομικό χαρακτηρισμό συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας (βλ. άρθρο 107 παρ. 1 περ. ε του ισχύοντος Υ.Κ.) και ότι η επιβληθείσα στον προσφεύγοντα ποινή του υποβιβασμού ήταν η προσήκουσα (ΣτΕ 3613/2015, 1670/2009). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι δεν απέδωσε τα χρήματα τα οποία είχε εισπράξει, λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων που αντιμετώπιζε την περίοδο αυτή, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, δεδομένου ότι ο προσφεύγων απέδωσε τα χρήματα από τις εισπράξεις του ανωτέρω φυτωρίου, στα τέλη του μηνός Απριλίου, κατόπιν τηλεφωνικών οχλήσεων του Γενικού Διευθυντή Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων και του Δασάρχη Πατρών. Εξάλλου, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι δεν είχε πρόθεση για την διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της παράβασης καθήκοντος ή της παράνομης κατακράτησης, τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την τέλεση πειθαρχικού αδικήματος, αφού η βαρεία αμέλεια κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων είναι αρκετή για την στοιχειοθέτηση του παραπτώματος της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας (πρβλ. ΣτΕ 3871/2015).

7. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να
απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την προσφυγή.