Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

ΣτΕ 2128/2018 - Πειθαρχική ευθύνη δικαστικών λειτουργών και περιορισμός στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο

ΣτΕ 2128/2018


1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ... ζητείται η ακύρωση ... αποφάσεως του Εννεαμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε έφεση της αιτούσας κατά ... αποφάσεως του Επταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία είχε επιβληθεί στην αιτούσα, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν πρόεδρος πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων και είναι ήδη εφέτης διοικητικών δικαστηρίων, ποινή προστίμου ίσου με τις καθαρές αποδοχές δύο μηνών για πειθαρχικό παράπτωμα απρεπούς συμπεριφοράς εντός υπηρεσίας [...]


2. Επειδή στο άρθρο 91 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: “1. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. 2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρό του, από δύο Αντιπροέδρους ή συμβούλους της Επικρατείας, δύο Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτες, δύο Αντιπροέδρους ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, ως μέλη... 3. Η πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση από τακτικούς δικαστές, κατά τους ορισμούς του νόμου. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης. 4. Οι κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου πειθαρχικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας”.

3. Επειδή το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς και ασκεί την πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω ή στους αντίστοιχους με αυτούς, καθώς και τα πειθαρχικά συμβούλια που ασκούν την πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, τα οποία συγκροτούνται μόνο από τακτικούς δικαστικούς λειτουργούς, κατά τους ορισμούς του νόμου, αποτελούν όργανα τα οποία εντάσσονται στη δικαστική και όχι τη διοικητική οργάνωση της πολιτείας, καθόσον η ασκούμενη από αυτά πειθαρχική αρμοδιότητα είναι μεν κατά περιεχόμενο διοικητικής φύσεως, συνδέεται όμως στενά με τη διοίκηση της δικαιοσύνης και την εύρυθμη λειτουργία της. Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις τους, μολονότι διοικητικές και όχι δικαιοδοτικές κατά περιεχόμενο, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως και κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 91 παρ. 4 του Συντάγματος ειδικώς ορίζεται (βλ. ΣτΕ 3148, 1981/1976 ολομ., πρβλ. ΣτΕ 3034/2008 ολομ.). Όπως, εξ άλλου, έχει κριθεί, όλες οι συνταγματικές διατάξεις είναι τυπικώς ισοδύναμες, με αποτέλεσμα καμία από αυτές να μη μπορεί να θεωρηθεί ανίσχυρη λόγω αντιθέσεως προς άλλη συνταγματική διάταξη ή αρχή (ΣτΕ 4308/2015 ολομ., 292/1984 ολομ., ΑΕΔ 11/2003). Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ανίσχυρη η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 4 του Συντάγματος λόγω αντιθέσεως προς τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται από την αιτούσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

4. Επειδή η αιτούσα προβάλλει περαιτέρω ότι η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 4 του Συντάγματος, με την οποία αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, είναι ανίσχυρη λόγω αντιθέσεως προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ν.Δ/μα 53/1974-Α΄ 256), διότι η διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια του άρθρου 91 του Συντάγματος δεν είναι δημόσια και αυτά δεν αποτελούν “δικαστήρια” κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα σε “δίκαιη δίκη” που κατοχυρώνεται με αυτήν.

5. Επειδή, ανεξαρτήτως του αν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αυξημένη τυπική ισχύ μόνον έναντι των κοινών νόμων και όχι του Συντάγματος, πάντως ο ανωτέρω ισχυρισμός της αιτούσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και για τους εξής λόγους: Κατ' αρχάς, η επίδικη υπόθεση, ως αναφερόμενη στην πειθαρχική και μόνο ευθύνη δημοσίου λειτουργού, δεν αφορά κατηγορία ποινικής φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, αλλά αποτελεί υπόθεση αστικής φύσεως κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως υποθέσεις αστικής φύσεως θεωρούνται και οι πειθαρχικές υποθέσεις, το αντικείμενο των οποίων αφορά ή μπορεί να αφορά, κατά την οικεία νομοθεσία, το δικαίωμα του θιγόμενου προσώπου να συνεχίσει να ασκεί ορισμένο επάγγελμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν. 1756/1988 (Α΄ 35), η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της αιτούσας μπορούσε να καταλήξει στην επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων από την έγγραφη επίπληξη έως και την προσωρινή ή την οριστική παύση και επομένως η ένδικη υπόθεση θα ενέπιπτε κατ' αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως (βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2013 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στην υπόθεση Di Giovanni κατά Ιταλίας, σκέψεις 35-36, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του Δικαστηρίου). Περαιτέρω, όμως, όπως έχει κριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια που καθόρισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Vilho Eskelinen κ.ά. κατά Φινλανδίας (απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, σκέψη 62), εφόσον, δηλαδή, αφενός το οικείο κράτος έχει ρητώς αποκλείσει την πρόσβαση σε δικαστήριο για ορισμένη κατηγορία δημοσίων λειτουργών και αφετέρου ο αποκλεισμός αυτός στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, υπό την έννοια ότι το αντικείμενο των σχετικών υποθέσεων σχετίζεται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή θέτει εν αμφιβόλω τον ιδιαίτερο δεσμό εμπιστοσύνης και υπακοής που συνδέει τον ασκούντα δημόσια εξουσία λειτουργό με την πολιτεία. Εν προκειμένω, συντρέχουν αμφότερες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δεδομένου ότι το άρθρο 91 παρ. 4 του Συντάγματος αποκλείει ρητώς την άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά των αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων των δικαστικών λειτουργών, ο αποκλεισμός δε αυτός δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, προεχόντως διότι η άσκηση της δικαστικής λειτουργίας αποτελεί μία από τις βασικές εκδηλώσεις της κρατικής κυριαρχίας και η ιδιότητα του δικαστή συνδέεται, από τη φύση της, ευθέως με την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας, γεγονός που καθιστούσε επιβεβλημένη, κατά την κρίση του συνταγματικού νομοθέτη, την ανάθεση της σχετικής πειθαρχικής εξουσίας σε ειδικώς κατεστημένα όργανα και τον αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου των πράξεών τους (βλ. απόφαση της 19.10.2010 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Özpinar κατά Τουρκίας, σκέψη 30, και απόφαση επί του παραδεκτού της 11.12.2007 στην υπόθεση Serdal Apay κ. Τουρκίας). Εν όψει των ανωτέρω, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο ότι αποκλείεται, κατά τα ανωτέρω, η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των δικαστικών λειτουργών, όπως αβασίμως προβάλλει η αιτούσα.

6. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.