Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

Πειθαρχικό Δίκαιο

  • Για την στοιχειοθέτηση της έννοιας του πειθαρχικού παραπτώματος απαιτείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικά μεν η παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του υπαλλήλου, υποκειμενικά δε η ύπαρξη υπαιτιότητας και η ικανότητα προς καταλογισμό. Δεν συντρέχει υπαιτιότητα του υπαλλήλου, αν αυτός, κατά το χρόνο τέλεσης των ενεργειών ή παραλείψεων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση κάποιου πειθαρχικού παραπτώματος, στερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό, πράγμα και το οποίο συμβαίνει και όταν ο υπάλληλος, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, έπασχε από ψυχική νόσο, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί τον παραβατικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του. 


  • Επί πειθαρχικών αδικημάτων που τελούνται με περισσότερες από μία πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες αποτελούν εκδήλωση και συνέχεια (εξακολούθηση) του ίδιου πειθαρχικού παραπτώματος, σε περίπτωση μεταβολής του πειθαρχικού νόμου κατά την διάρκεια τελέσεώς τους, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξεως.


  • H αποχή της προσφεύγουσας από την άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων δεν δύναται να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι υπέβαλε αιτήσεις ανανέωσης της απόσπασής της. Όφειλε η ίδια η προσφεύγουσα εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή των αιτήσεων ανανεώσεως της απόσπασής της, να ζητήσει να πληροφορηθεί εγγράφως για την τύχη των αιτήσεών της και να τεθεί στη διάθεση της υπηρεσίας. Εφόσον ο Υπαλληλικός Κώδικας προβλέπει αυτοδίκαιη λήξη της αποσπάσεως με την παρέλευση του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και υποχρέωση του υπαλλήλου για επάνοδο στη θέση χωρίς άλλη διατύπωση, δεν παρίσταται δικαιολογημένη και δεν δύναται να τύχει εννόμου προστασίας ενδεχόμενη εμπιστοσύνη του σε προηγούμενη διοικητική πρακτική. 


  • Το άρθρο 91 παρ. 4 του Συντάγματος αποκλείει ρητώς την άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά των αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων των δικαστικών λειτουργών, ο αποκλεισμός δε αυτός δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, προεχόντως διότι η άσκηση της δικαστικής λειτουργίας αποτελεί μία από τις βασικές εκδηλώσεις της κρατικής κυριαρχίας και η ιδιότητα του δικαστή συνδέεται, από τη φύση της, ευθέως με την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας, γεγονός που καθιστούσε επιβεβλημένη, κατά την κρίση του συνταγματικού νομοθέτη, την ανάθεση της σχετικής πειθαρχικής εξουσίας σε ειδικώς κατεστημένα όργανα και τον αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου των πράξεών τους


  • Κατά των υπαλλήλων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορούν να ασκήσουν πειθαρχική δίωξη, ως πειθαρχικώς προϊστάμενοι, ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, από τον διορισμό του, ο προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης και ο προϊστάμενος Διεύθυνσης, για τους υπαλλήλους που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους.