Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

Νομολογία ΣτΕ & Διοικητικών Δικαστηρίων

  • Τα πειθαρχικά συμβούλια των εκπαιδευτικών που προβλέπονται στο άρθρο έκτο Ν. 4057/2012 παρέμειναν και μετά τον Ν. 4325/2015 τριμελή, χωρίς τη συμμετοχή σε αυτά ως μελών αιρετών εκπροσώπων των εκπαιδευτικών. Τούτο προκύπτει από τη ρύθμιση του άρθρου 5 Ν. 4325/2015, με το οποίο αντικαταστάθηκαν μόνο οι διατάξεις των άρθρων 146Α και 146Β Ν. 3528/2007 που προβλέπουν την συγκρότηση, αντιστοίχως, των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων πειθαρχικών συμβουλίων των δημοσίων υπαλλήλων (πλην εκπαιδευτικών). 


  • Ο περιορισμός του αριθμού θητειών Διευθυντή Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών χωρίς να έχει χορηγηθεί προς τα αποφασίσαντα όργανα του Εκπαιδευτικού Ιδρύματος σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση του θέματος ή τροποποίηση του υφισταμένου νομοθετικού καθεστώτος, παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας και το άρθρο 43 παρ. 2 Συντάγματος.


  • Αναφύεται διοικητική διαφορά, η οποία υπάγεται στην ακυρωτική αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων, από την προσβολή πράξεων που αφορούν στην επιβολή πειθαρχικών ποινών στο προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο ή με τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατέχει οργανική θέση. 

     


  • Για την στοιχειοθέτηση της έννοιας του πειθαρχικού παραπτώματος απαιτείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικά μεν η παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του υπαλλήλου, υποκειμενικά δε η ύπαρξη υπαιτιότητας και η ικανότητα προς καταλογισμό. Δεν συντρέχει υπαιτιότητα του υπαλλήλου, αν αυτός, κατά το χρόνο τέλεσης των ενεργειών ή παραλείψεων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση κάποιου πειθαρχικού παραπτώματος, στερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό, πράγμα και το οποίο συμβαίνει και όταν ο υπάλληλος, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, έπασχε από ψυχική νόσο, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί τον παραβατικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του. 


  • Επί πειθαρχικών αδικημάτων που τελούνται με περισσότερες από μία πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες αποτελούν εκδήλωση και συνέχεια (εξακολούθηση) του ίδιου πειθαρχικού παραπτώματος, σε περίπτωση μεταβολής του πειθαρχικού νόμου κατά την διάρκεια τελέσεώς τους, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξεως.