Λειτουργία: Δε-Πα: 9.00-19.00

Νομολογία ΣτΕ & Διοικητικών Δικαστηρίων

  • H αποχή της προσφεύγουσας από την άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων δεν δύναται να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι υπέβαλε αιτήσεις ανανέωσης της απόσπασής της. Όφειλε η ίδια η προσφεύγουσα εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή των αιτήσεων ανανεώσεως της απόσπασής της, να ζητήσει να πληροφορηθεί εγγράφως για την τύχη των αιτήσεών της και να τεθεί στη διάθεση της υπηρεσίας. Εφόσον ο Υπαλληλικός Κώδικας προβλέπει αυτοδίκαιη λήξη της αποσπάσεως με την παρέλευση του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και υποχρέωση του υπαλλήλου για επάνοδο στη θέση χωρίς άλλη διατύπωση, δεν παρίσταται δικαιολογημένη και δεν δύναται να τύχει εννόμου προστασίας ενδεχόμενη εμπιστοσύνη του σε προηγούμενη διοικητική πρακτική. 


  • Οι πρέσβεις αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων λόγω της φύσης των καθηκόντων που επιτελούν και της υψηλής θέσης που καταλαμβάνουν στην ιεραρχία του διπλωματικού σώματος, αλλά και της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των υπαλλήλων αυτών και της πολιτικής ηγεσίας, δεδομένου ότι καλούνται να συνεργαστούν απευθείας με τον Υπουργό Εξωτερικών στο πλαίσιο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ως εκ τούτου δε, αυτός είναι ο πλέον αρμόδιος να τους επιλέγει στο βαθμό του πρέσβη ως γνώστης του έργου, της σταδιοδρομίας και των εν γένει προσόντων τους.


  • Το άρθρο 91 παρ. 4 του Συντάγματος αποκλείει ρητώς την άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά των αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων των δικαστικών λειτουργών, ο αποκλεισμός δε αυτός δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, προεχόντως διότι η άσκηση της δικαστικής λειτουργίας αποτελεί μία από τις βασικές εκδηλώσεις της κρατικής κυριαρχίας και η ιδιότητα του δικαστή συνδέεται, από τη φύση της, ευθέως με την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας, γεγονός που καθιστούσε επιβεβλημένη, κατά την κρίση του συνταγματικού νομοθέτη, την ανάθεση της σχετικής πειθαρχικής εξουσίας σε ειδικώς κατεστημένα όργανα και τον αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου των πράξεών τους


  • Η έννοια της παραπομπής στις περί ελαφρυντικών περιστάσεων διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, είναι ότι ο πειθαρχικός δικαστής ερευνά απλώς, αν συντρέχουν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ελαφρυντικές περιστάσεις, εκτιμώντας και άλλα στοιχεία, όπως τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και τις συνθήκες τέλεσής του, δυνάμενος να δεχθεί ή όχι τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων.


  • Ο πειθαρχικός δικαστής δεσμεύεται από την αθωωτική ποινική απόφαση ανεξαρτήτως αν τούτο εξέφερε κρίση μετά ή άνευ αμφιβολιών. Η δέσμευση αυτή του πειθαρχικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση συντρέχει με την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία διώχθηκε ποινικώς ο υπάλληλος αλλά αθωώθηκε, ταυτίζονται πλήρως με αυτά για τα οποία του ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη.